ἑτεροῖος

ἑτεροῖ-ος, α, ον, [dialect] Ep. [suff] ἑτεροι-οίϊος, η, ον, D.P.1180:—
A of a different kind, diverse, Hdt.1.99, al.; τὰ ἑ. οὐκ ἀλλοῖα; Pl.Prm.161a, al.; τί φαίνεται ἑτεροῖον διανοηθεὶς ὁ ἰητρὸς ἢ . . ; Hp.VM7; ἑ. τινός ib.9; unusual, strange, Id.Acut.6;

φωναί Phld.Po.994

Fr.10. Adv. -οίως

, διαιτηθῆναι Hp. Acut.39

, cf. Gal.2.219.
II diversified, differentiated, κόσμος, ἀριθμός, Dam.Pr.194,204.
III different from what should be, untoward,

ἤν τι ἑ. ἀποβαίνῃ Luc.JTr.32

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετεροίος — ἑτεροῑος, οία, ον (ΑΜ) (Α και επικ. τύπος ἑτεροίϊος, ηΐη, ον) μσν. διαφοροποιημένος («ἑτεροῑος κόσμος», Δαμασκ.) αρχ. 1. αυτός που είναι διαφορετικής φύσεως ή είδους 2. ασυνήθιστος, παράδοξος 3. διαφορετικός απ αυτό που έπρεπε να είναι. επίρρ...… …   Dictionary of Greek

  • ἑτεροῖος — of a different kind masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροῖον — ἑτεροῖος of a different kind masc acc sg ἑτεροῖος of a different kind neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροῖα — ἑτεροῖος of a different kind neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροῖαι — ἑτεροῖος of a different kind fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροῖοι — ἑτεροῖος of a different kind masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροία — ἑτεροί̱ᾱ , ἑτεροῖος of a different kind fem nom/voc/acc dual ἑτεροί̱ᾱ , ἑτεροῖος of a different kind fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροίας — ἑτεροί̱ᾱς , ἑτεροῖος of a different kind fem acc pl ἑτεροί̱ᾱς , ἑτεροῖος of a different kind fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροίων — ἑτεροί̱ων , ἑτεροῖος of a different kind fem gen pl ἑτεροί̱ων , ἑτεροῖος of a different kind masc/neut gen pl ἑτεροιόω make of different kind imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἑτεροιόω make of different kind imperf ind act 1st sg (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροίως — ἑτεροί̱ως , ἑτεροῖος of a different kind adverbial ἑτεροί̱ως , ἑτεροῖος of a different kind masc acc pl (doric) ἑτεροιόω make of different kind imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Разнозубые акулы — ? Разнозубые акулы …   Википедия

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.